Breaking News

Η Επιβολή των μεταλλαγμένων τροφίμων

metallagmena trofima

ΑΡΧΕΣ 1996. Η Greenpeace ξεκινά την εκστρατεία της εναντίον της εμπορικής απελευθέρωσης Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (ΓΤΟ) στο περιβάλλον και στις τροφές.

ΙΟΥΝΙΟΣ 1996. Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ενωσης τα 13 από τα 15 κράτη εκφράζουν την αντίθεσή τους στην εμπορία του γενετικά μεταλλαγμένου καλαμποκιού της ελβετικής εταιρείας Novartis (Ciba- Sandoz).

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1997. Μετά την παραχώρηση άδειας από την Ε.Ε. στο μεταλλαγμένο καλαμπόκι, η Αυστρία και το Λουξεμβούργο θέτουν σε ισχύ την κοινοτική νομοθεσία (άρθρο 16 της οδηγίας 90/220/EEC) και απαγορεύουν την πώλησή του στο έδαφός τους.

ΜΑΡΤΙΟΣ 1997. Η Ιταλία εφαρμόζει το άρθρο 16 και απαγορεύει την καλλιέργεια του μεταλλαγμένου καλαμποκιού.

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1997. 1,2 εκατ. Αυστριακοί (περίπου το 25% του εκλογικού σώματος) ζητούν την απαγόρευση των γενετικά μεταλλαγμένων τροφών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλεί την Επιτροπή να αναστείλει τη συγκατάθεσή της στο καλαμπόκι της Novartis.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1997. Η Ιταλία ανακαλεί την απαγόρευση του μεταλλαγμένου καλαμποκιού, μετά από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να απορρίψει τις απαγορεύσεις του Λουξεμβούργου και της Αυστρίας.

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1997. Η Νορβηγία απαγορεύει την εισαγωγή γεωργικών ΓΤΟ, που περιέχουν γονίδια με ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά.

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1997. Η Γαλλία ανακοινώνει ένα μορατόριουμ στην καλλιέργεια όλων των ΓΤΟ, με εξαίρεση το καλαμπόκι της Novartis.

ΜΑΡΤΙΟΣ 1998. Μια δημοσκόπηση δείχνει ότι το 62,6% των Γάλλων επιθυμούν την ανάκληση της άδειας για την καλλιέργεια του γενετικά μεταλλαγμένου καλαμποκιού.

ΙΟΥΝΙΟΣ 1998. Το Συμβούλιο Περιβάλλοντος της ΕΕ δεν υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής να ακυρώσει τις απαγορεύσεις του μεταλλαγμένου καλαμποκιού στην Αυστρία και το Λουξεμβούργο. Μια δημοσκόπηση δείχνει ότι το 75% των Βρετανών επιθυμεί την απαγόρευση των γενετικά μεταλλαγμένων καλλιεργειών, μέχρι να υπάρξει ασφαλής αποτίμηση των συνεπειών τους.

ΙΟΥΛΙΟΣ 1998. Η γαλλική κυβέρνηση ανακοινώνει μορατόριουμ για όλες τις γενετικά μεταλλαγμένες καλλιέργειες που έχουν συγγενικά άγρια φυτά στην Ευρώπη (δηλ. τεύτλο και ελαιοκράμβη).

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1998. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της ΕΕ εισηγείται την αναθεώρηση της οδηγίας 90/220/ΕΕC: “Ως προληπτικό μέτρο για την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας, η ΟΚΕ έχει την άποψη ότι δεν πρέπει να γίνεται χρήση γονιδίων ανθεκτικών σε αντιβιοτικά, όταν απελευθερώνονται σκοπίμως στο περιβάλλον ΓΤΟ.” Το Συμβούλιο Περιβάλλοντος της ΕΕ αποφασίζει να μην αντιδράσει στις απαγορεύσεις της Αυστρίας και του Λουξεμβούργου. Το Κρατικό Συμβούλιο της Γαλλίας, το ανώτερο διοικητικό δικαστήριο της χώρας, ανακαλεί την άδεια καλλιέργειας του καλαμποκιού της Novartis στη Γαλλία, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Oλες οι αλυσίδες σούπερ-μάρκετ της Αυστρίας ανακοινώνουν ότι δεν επιθυμούν την πώληση προϊόντων ΓΤΟ και τα αποσύρουν από τα ράφια τους.

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1998. Η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να εφαρμόσει την οδηγία 90/220/EEC και απαγορεύει την εισαγωγή μεταλλαγμένου σπόρου ελαιοκράμβης. Για πρώτη φορά η Επιστημονική Επιτροπή Φυτών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εισηγείται εναντίον της απελευθέρωσης ενός ΓΤΟ. Πρόκειται για μια πατάτα με γονίδια ανθεκτικά σε αντιβιοτικά. Η Επιτροπή Περιβάλλοντος του Ευρωκοινοβουλίου καλεί την Επιτροπή να μην ακυρώσει την απαγόρευση της Αυστρίας και του Λουξεμβούργου. Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό Τύπο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή “επανεξετάζει τη θέση της ως προς την απελευθέρωση των ΓΤΟ”. Η βρετανική κυβέρνηση αναγγέλλει μορατόριουμ 3 χρόνων για τις μεταλλαγμένες καλλιέργειες που ανθίστανται στα έντομα.

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1998. Το Κρατικό Συμβούλιο της Γαλλίας αποφασίζει να απευθυνθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με το ερώτημα αν ένα κράτος-μέλος διατηρεί το δικαίωμα εφαρμογής μιας κοινοτικής οδηγίας, σε αντίθεση με τη σχετική εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πρόκειται για την ερμηνεία της οδηγίας 90/220.

Το κόστος του “μεγάλου πειράματος”
Το 1998 ήταν ασφαλώς η χρονιά του άλματος για τις εταιρείες παραγωγής και εμπορίας Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (ΓΤΟ) στον τομέα της γεωργίας. Παρά τις αντιδράσεις των περιβαλλοντιστών και παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων κυβερνήσεων, σιγά-σιγά η γενετική μηχανική αρχίζει να εκτοπίζει τους σκεπτικιστές. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο παρόμοιο με εκείνο που είχε παρατηρηθεί τη δεκαετία του ’60, όταν εκείνοι που δυσπιστούσαν στη θεοποίηση της πυρηνικής ενέργειας υποχρεώνονταν να σωπάσουν μπροστά στον ενθουσιασμό και την ισχύ εκείνων που επένδυσαν στον νέο τομέα.
Ο πρώτος ρόλος σ’ αυτή την εκστρατεία επιβολής των ΓΤΟ ανήκει ασφαλώς στην αμερικανική Monsanto, η οποία εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως η “Microsoft” της βιοτεχνολογίας στη γεωργία (The New York Times Magazine, 28/10/98). Μετά την καθιέρωσή της στις ΗΠΑ, με μια καταιγιστική διαφημιστική καμπάνια, κόστους 1,6 εκατ. δολαρίων, η εταιρεία επιχείρησε το 1998 να κάμψει όλες τις αντιδράσεις στην Ευρώπη, και να πείσει ότι η γενετική μηχανική -και κατ’ επέκταση οι εφαρμογές της στη γεωργία- είναι η λύση στα προβλήματα υποσιτισμού της ανθρωπότητας.
Ποια είναι όμως αυτή η Monsanto; Πρόκειται για την τρίτη σε μέγεθος χημική βιομηχανία των ΗΠΑ. Το 1995 δήλωσε καθαρά έσοδα 739 εκατ. δολάρια και απ’ αυτά το 46% ανήκει στον αγροτικό τομέα. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, η εταιρεία έχει δαπανήσει σχεδόν δύο δις δολάρια στην έρευνα και την ανάπτυξη της γενετικής μηχανικής.
Ομως η Monsanto έρχεται από πολύ μακριά. Ισως αυτή η μεγάλη της ιστορία δίνει και κάποια εξήγηση για τον επιθετικό χαρακτήρα της σημερινής της καμπάνιας.
Το 1901 ιδρύθηκε από έναν αυτοδίδακτο χημικό, ο οποίος μετέφερε στις ΗΠΑ τη γερμανική τεχνολογία παραγωγής ενός τεχνητού γλυκαντικού, της ζαχαρίνης.
Τη δεκαετία του ’20 η Monsanto αναδεικνύεται σε μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες χημικών και φαρμάκων της χώρας.

Το 1935 η Monsanto αγοράζει την Swann Chemical Company, η οποία είχε αναπτύξει την τεχνολογία των πολυχλωριωμένων διφαινυλίων (PCB). Πρόκειται για μια ιδιαιτέρως τοξική χημική ένωση, η οποία θεωρείται σήμερα υπεύθυνη για γενετικές ανωμαλίες, για πνευματικές διαταραχές σε βρέφη, για καρκινογένεση και εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι τοξικές παρενέργειες των PCB ήταν γνωστές από τη δεκαετία του ’30, όμως η παραγωγή τους απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ μόλις το 1976.
Το 1947 ένα γαλλικό φορτηγό πλοίο που φόρτωνε λιπάσματα έξω από τις εγκαταστάσεις της Monsanto στο Γκάλβεστον του Τέξας εξερράγη. Τουλάχιστον 500 νεκροί μετρήθηκαν σ’ αυτό που θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα δυστυχήματα στην ιστορία της χημικής βιομηχανίας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 αρχίζει από την Monsanto η παραγωγή του ζιζανιοκτόνου 2,4,5-Τ. Οπως αποκαλύπτεται μετά από δέκα χρόνια, το υλικό αυτό κατά την έκλυσή του παράγει τη γνωστή δηλητηριώδη διοξίνη.
Από το 1962 ως το 1971 ο στρατός των ΗΠΑ έκανε χρήση του “ζιζανιοκτόνου” Agent Orange στο Βιετνάμ, με στόχο να αποψιλώσουν τη βλάστηση της ζούγκλας που προστάτευε τους Βιετκόνγκ και να καταστρέψουν τη σοδειά τους. Την παραγωγή του ανέλαβαν οι μεγαλύτερες χημικές βιομηχανίες της χώρας, ανάμεσά τους ασφαλώς και η Monsanto. Φυσικά δεν επρόκειτο για απλό ζιζανιοκτόνο, αλλά για ένα ισχυρότατο τοξικό που προκάλεσε άγνωστο αριθμό θυμάτων, όχι μόνο μεταξύ των “εχθρών’, αλλά και στον αμερικάνικο στρατό. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου της “μεταπολεμικής” περιόδου. Μετά από μακρόχρονο δικαστικό αγώνα, τα δικαστήρια των ΗΠΑ επιδίκασαν το 1984 το ποσό των 180 εκατ. δολαρίων σε 250.000 δικαιούχους και τις οικογένειές τους. Από το ποσό αυτό, το 45% υποχρεώθηκε να πληρώσει η Monsanto, διότι η δική της παραγωγή είχε πολύ υψηλότερες τιμές συγκέντρωσης διοξίνης, από την παραγωγή όλων των άλλων εταιρειών.
Το πρώτο σημαντικό βήμα της Monsanto προς τη βιοτεχνολογία είναι η παραγωγή της αυξητικής ορμόνης για βοοειδή (BGH και BST). Η ορμόνη υποτίθεται ότι σχεδιάστηκε για να αυξάνει το γάλα των αγελάδων, όμως στις ΗΠΑ υπήρχε ήδη πλεόνασμα γάλακτος. Επιστημονικές έρευνες μετά τη χρήση της ορμόνης διαπίστωσαν ότι προκαλείται μαστίτιδα στα ζώα. Μόλις πριν από λίγους μήνες δημοσιεύθηκαν και μελέτες που ενοχοποιούν το γάλα με BGH στην πρόκληση του καρκίνου του προστάτη και του στήθους. Για να πάρει την τελική άδεια του αρμόδιου φορέα, του FDA, το 1994, η εταιρεία φρόντισε να αξιοποιήσει ορισμένα στελέχη του δημόσιου αυτού ελεγκτικού μηχανισμού, τα οποία, κατά σύμπτωση, διατέλεσαν και δικοί της υπάλληλοι.
Το σημαντικότερο μέχρι σήμερα προϊόν της εταιρείας είναι το Roundup, το παρασιτοκτόνο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις σ’ όλο τον κόσμο. Πρόκειται για το τελευταίο μιας σειράς φυτοφαρμάκων της εταιρείας (ανάμεσά τους και το γνωστό παραθείο, το δηλητήριο που επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου). Το 1997, μετά από 5 χρόνια αγωγές, η Monsanto υποχρεώθηκε να αποσύρει τις διαφημίσεις της που υποστήριζαν ότι το παρασιτοκτόνο Roundup είναι “βιοδιασπώμενο” και “φιλικό προς το περιβάλλον”.
Το απαραίτητο συμπλήρωμα του παρασιτοκτόνου της εταιρείας είναι οι μεταλλαγμένοι σπόροι σόγιας που έχουν ειδικά κατασκευαστεί για να αντέχουν στο Roundup (Roundup-Ready Soybeans, RRS). Η παραγωγή τους προϋποθέτει τη μεταλλαγή των φυσικών σπόρων με τη μεσολάβηση βακτηρίων και ιών. Το δεύτερο βήμα είναι η ανάμιξη της μεταλλαγμένης σόγιας με τη φυσική και η από κοινού προώθησή τους στην αγορά.
Η ολοκλήρωση του σχεδίου παίρνει μορφή με την ανάπτυξη της πιο πρόσφατης τεχνολογίας της Monsanto, της λεγόμενης πατέντας “Terminator” (εξολοθρευτή). Αυτή η τεχνική εξασφαλίζει τη “στειρότητα” των σπόρων της σόγιας που εμπορεύεται η εταιρεία. Οι παραγωγοί που αγοράζουν τα προϊόντα της υποχρεώνονται έτσι να καταβάλλουν κάθε χρόνο το τίμημα για την αγορά των σπόρων, εφόσον δεν είναι δυνατόν να κρατήσουν κάποιο μέρος από τους σπόρους που προκύπτουν από τη δική τους παραγωγή. Η πατέντα “Terminator” είναι αποκαλυπτική για τη στρατηγική των αγροβιομηχανικών κολοσσών. Μέσω της γενετικής μηχανικής ιδιοποιούνται τις δυνατότητες αναπαραγωγής και πολλαπλασιασμού των ζώντων οργανισμών, κάτι που μέχρι σήμερα ήταν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας.
Η ιστορία αυτή του αγροβιομηχανικού κολοσσού που κατέχει την πρωτοπορία στις εφαρμογές της γενετικής μηχανικής ίσως είναι χρήσιμη για την πρόβλεψη της συνέχειας. Βρισκόμαστε μπροστά στην εξέλιξη ενός γιγαντιαίου πειράματος, στο οποίο υποχρεωνόμαστε να μετάσχουμε, θέλοντας και μη. Η προοπτική της μονοπώλησης της παγκόσμιας γεωργικής οικονομίας και του απόλυτου ελέγχου του κυκλώματος διατροφής είναι πολύ κοντά μας.
Σύμφωνα με τις έρευνες της κοινής γνώμης που χρηματοδότησε η ίδια η Monsanto, η πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών διατηρεί τις επιφυλάξεις της και απαιτεί τουλάχιστον να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ γενετικά μεταλλαγμένων και φυσικών προϊόντων. Ομως στις ΗΠΑ η υπόθεση της γενετικής μηχανικής έχει ήδη κερδηθεί από τις εταιρείες. Ο ίδιος ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Αλ Γκορ κάνει δηλώσεις υπέρ του ζιζανιοκτόνου Roundup, και ο πρόεδρος Κλίντον τηλεφωνεί στον βρετανό πρωθυπουργό, για να τον πιέσει να αποδεχθεί την παρουσία της Monsanto στη Βρετανία. Φυσικά τα αισθήματα είναι αμοιβαία. Η εταιρεία δαπάνησε σοβαρά ποσά υπέρ του Κλίντον κατά την προεκλογική καμπάνια του 1996, με τη μορφή του “soft money”, δηλαδή νομίμων δωρεών που δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση χρηματοδότησης από ιδιωτικές εταιρείες. Από την πλευρά του, ο ευγνώμων πρόεδρος δεν παράλειψε να αναφερθεί ονομαστικά στην εταιρεία και να την επαινέσει κατά τον ετήσιο λόγο του προς το έθνος.

Η γενετική σπορά στην Ελλάδα (μέρος Γ΄)

Αν όλα πάνε καλά για τον πολυεθνικό γίγαντα Monsanto, σε λίγα χρόνια ο Θεσσαλικός κάμπος, η Βοιωτία, η Φθιώτιδα, η Δυτική Πελοπόννησος και άλλες ονομαστές αγροτικές περιοχές της χώρας, θα καλλιεργούν σχεδόν αποκλειστικά τους “θαυματουργούς” μεταλλαγμένους σπόρους του. Το βαμβάκι, η πατάτα, το καλαμπόκι, η σόγια και η ελαιοκράμβη, στην αρχή, και αύριο ο καπνός, η ντομάτα -και ποιος ξέρει πόσα άλλα από τα τέρατα των εργαστηρίων της χημικής βιομηχανίας- θα ελέγχονται από το δίκτυο της Monsanto. Τα προπαγανδιστικά έντυπα της βιομηχανίας και οι άλλες μορφές δημοσίων σχέσεών της, φροντίζουν συστηματικά να “διαφωτίσουν” πολιτικούς και δημόσιους παράγοντες, γεωπόνους και αγροτικούς συνεταιρισμούς για τα νέα εμπορικά σήματα που θα κληθούν να αγοράσουν: Roundup Ready, Bollgard, NewLeaf, MaisGard θα είναι σε λίγο ορισμένα από τα νέα μας απαραίτητα αγροτικά προϊόντα. Δεν θα είναι δύσκολο άλλωστε να πειστούμε για το καλό του μέλλοντός μας αφού η εταιρεία μάς διαβεβαιώνει ότι “η σύγχρονη γεωργική βιοτεχνολογία είναι επέκταση του παραδοσιακού τρόπου βελτίωσης των φυτών”!
Ηδη, τα τελευταία 2-3 χρόνια, στην ελληνική αγορά καταφτάνουν χιλιάδες τόνοι γενετικά μεταλλαγμένης σόγιας της εταιρείας, χωρίς κανείς αρμόδιος να ανησυχεί. Η σόγια αυτή θα γίνει ζωοτροφή (κατά 80%), για την κτηνοτροφία, με τη μορφή σογιέλαιου, σογιάλευρου ή λεκιθίνης θα περάσει στα βιομηχανοποιημένα τρόφιμα, και από ‘κει -μαζί με τα κρεατικά και τα γαλακτοκομικά είδη της κτηνοτροφίας- στα ράφια των σούπερ μάρκετ και στα ανυποψίαστα στομάχια μας. Ντόπια και εισαγόμενα προϊόντα που περιέχουν σε άγνωστες ποσότητες μεταλλαγμένους οργανισμούς σε ελάχιστο χρόνο θα καλύπτουν πάνω από το 70% των συσκευασμένων τροφίμων καθημερινής κατανάλωσης: Μαργαρίνες, σάλτσες, παγωτά, παιδικές τροφές, ζαχαρωτά, τσιπς, κονσέρβες όλων των ειδών, ροφήματα, ζυμαρικά κ.λπ. Αν ρωτήσετε σήμερα τους κρατικούς υπεύθυνους για την περιεκτικότητα συγκεκριμένων προϊόντων, σε γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (ΓΤΟ), δεν θα ξέρουν να σας απαντήσουν κάτι περισσότερο από τους υπαλλήλους των καταστημάτων τροφίμων. Δηλαδή, τίποτα.
Οι οδηγίες και οι κανονισμοί της Ε.Ε, νομικές δυνατότητες με βάση τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να ενημερώσει τους πολίτες για τους κινδύνους που προκύπτουν για τη δημόσια υγεία, δεν εφαρμόζονται. Αν δεν υπήρχε η φωνή της Greenpeace, δηλαδή η συμβολική κατάληψη (τον Απρίλιο 1998) των “Μύλων Σόγιας” -μίας από τις βασικές εισαγωγικές και μεταποιητικές εταιρείες μεταλλαγμένης σόγιας της Monsanto- και η καμπάνια ενημέρωσης των καταναλωτών στις αγορές τροφίμων, ελάχιστοι θα ήξεραν τι (και ιδίως γιατί το) τρώνε.
Πριν τις εισαγωγές μεγάλων ποσοτήτων σόγιας, η Monsanto ήταν γνωστή στην Ελλάδα -εδώ και 20 χρόνια- για τα “αποτελεσματικά” φυτοφάρμακά της, ιδίως για το Roundup. Μετά τις διαμαρτυρίες της οικολογικής οργάνωσης και των οργανώσεων των βιοκαλλιεργητών (οι οποίοι, όπως είναι φανερό, απειλούνται με όλους τους δυνατούς τρόπους από την ανεξέλεγκτη απελευθέρωση μεταλλαγμένων οργανισμών στο περιβάλλον και την αγορά), η εταιρεία αναθέτει τις δημόσιες σχέσεις της στον οργανισμό Λεούση. “Για το πόσο καλά, νόμιμα και ασφαλή είναι τα προϊόντα της, δεν το μαθαίνουμε από την ίδια την Monsanto, αλλά από την Solid Relations. Το φθινόπωρο του ’97 κάποιοι εκπρόσωποι των αγροτών από τη Θεσσαλία στάλθηκαν με έξοδα της εταιρείας στη Σεβίλλη να γνωρίσουν από κοντά τις εκεί πειραματικές καλλιέργειες και τα οφέλη που θα προκύψουν, για τους ίδιους.
Στα λόγια η πολυεθνική συμφωνεί με τη σήμανση των μεταλλαγμένων προϊόντων “που εξασφαλίζει την ελεύθερη επιλογή στους καταναλωτές” (όπως γράφει σε δελτίο Τύπου), στην πράξη τα φορτία της σόγιας (και πιθανότατα της πατάτας) φτάνουν στα ελληνικά λιμάνια “νύχτα”. Ο μοναδικός “επιθεωρητής” της διακίνησής τους παραμένει η Greenpeace.

Επειδή όλα αυτά θέλουν χρόνο, θεσμούς, μηχανισμούς και υποδομές, η οργάνωση καλεί την κυβέρνηση να δεχτεί ένα μορατόριουμ, έως ότου η επιστημονική κοινότητα και οι κοινωνικές οργανώσεις να διαμορφώσουν σαφή εικόνα. “Είμαστε μπροστά σε μια νέα εκδοχή κινδύνου. Η εισαγωγή των γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών αλλάζει κάθε γνωστή έννοια κινδύνου. Ως τώρα μετρούσαμε, π.χ, την τοξικότητα. Οι βιομηχανίες αποσπούν κέρδη, βιάζονται να κατακτήσουν αγορές, δεν αναλαμβάνουν ούτε καν την ευθύνη για τους κινδύνους. Πολεμούν όλες τις απόπειρες διαχωρισμού των μεταλλαγμένων προϊόντων τους και επισήμως -σε όποιο επίπεδο γίνεται συζήτηση- αρνούνται να αναλάβουν την λεγόμενη αντικειμενική ευθύνη των επιπτώσεων. Είναι, νομίζω, ενδεικτικό για το πόσο σίγουρες είναι οι εταιρείες για την ποιότητα και την ασφάλεια των τόσο διαφημισμένων προϊόντων τους.”

Το μανιφέστο των Αφρικανών (μέρος Δ΄)

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων, οι Ευρωπαίοι πολίτες υφίστανται μια επιθετική διαφημιστική εκστρατεία στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εφημερίδες. Η εκστρατεία αυτή επιχειρεί να πείσει τους αναγνώστες ότι ο κόσμος έχει ανάγκη τη γενετική μηχανική για να ταΐσει τους πεινασμένους. Οργανώνεται και χρηματοδοτείται από τη Monsanto, μια από τις μεγαλύτερες χημικές βιομηχανίες του κόσμου και τιτλοφορείται “Ας αρχίσει η συγκομιδή”. Αυτή η εκστρατεία δίνει μια εντελώς διαστρεβλωμένη και παραπλανητική εικόνα για τη δυνατότητα της γενετικής μηχανικής να θρέψει τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Είναι ώρα να δούμε κάποια στοιχεία για την εταιρεία που βρίσκεται πίσω απ’ αυτή την εκστρατεία. Η Monsanto είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής φυτοφαρμάκων στον κόσμο. Κατά τα τελευταία δυο χρόνια δαπάνησε πάνω από 600 εκατ. δολάρια για να θέσει υπό τον έλεγχό της άλλες εταιρείες σπόρων και βιοτεχνολογίας και σήμερα είναι η μεγαλύτερη βιομηχανία σ’ αυτό τον τομέα. Ο κύριος στόχος της δεν είναι να προστατεύσει το περιβάλλον, αλλά να αναπτύξει καλλιέργειες που θα αντέχουν υψηλότερες δόσεις του Roundup, δηλαδή του χημικού ζιζανιοκτόνου της.
Αντί να τείνει χείρα βοηθείας προς τους αγρότες, η Monsanto τους απειλεί με μηνύσεις και φυλακή. Στις ΗΠΑ η εταιρεία μεταχειρίζεται διάφορα μέσα για να ανακαλύψει και να στείλει στο εδώλιο όποιους αγρότες φυλάνε τους σπόρους της σόγιας Monsanto για να τους φυτέψουν την επομένη χρονιά. Με την υποστήριξη του νόμου κατοχύρωσης πατεντών, η εταιρεία διεκδικεί το δικαίωμα να επιθεωρεί τα χωράφια, ώστε να ελέγχει αν ακολουθούν τους όρους της Monsanto και αν χρησιμοποιούν τα χημικά της.
Αντί να αναπτύξει μια τεχνολογία που θα θρέψει τον κόσμο, η Monsanto χρησιμοποιεί τη γενετική μηχανική για να εμποδίσει τους γεωργούς να ξανασπείρουν το σπόρο τους. Ξόδεψε 18 δις δολάρια για να αγοράσει μια εταιρεία, η οποία κατείχε μια πατέντα, γνωστή ως “τεχνολογία εξολοθρευτή”. Πρόκειται για σπόρους, οι οποίοι σπείρονται μόνο μια φορά. Η δεύτερη γενιά τους πεθαίνει. Ο μοναδικός λόγος ανάπτυξης αυτής της τεχνολογίας είναι να υποχρεώνει τους αγρότες να καταφεύγουν στο μαγαζί της Monsanto κάθε χρόνο, καταστρέφοντας έτσι την αρχαία πρακτική της αποθήκευσης των σπόρων, η οποία αποτελεί τη βάση της διατροφικής ασφάλειας στις χώρες μας.
Καλούμε τους Ευρωπαίους πολίτες να σταθούν αλληλέγγυοι με τους Αφρικανούς και να αντισταθούν σ’ αυτές τις γενετικές τεχνολογίες, έτσι ώστε οι ποικίλες και οι φυσικές μας σοδειές να διαρκούν και να αυξάνονται.
Συμφωνούμε και αποδεχόμαστε την αμοιβαία βοήθεια με στόχο τη βελτίωση της γεωργικής παραγωγής. Πιστεύουμε επίσης ότι η επιστήμη της Δύσης μπορεί να συμβάλει σ’ αυτό, χωρίς όμως να παραβλέπει ή να καταστρέφει την τοπική γνώση. Και το σημαντικότερο: πρέπει να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των λαών μας, αντί να φουσκώνει τις τσέπες των γιγαντιαίων μονοπωλίων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *